Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΘΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΘΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

Το κουτί των θησαυρών


Όταν είμουν μικρή, είχα ένα κουτί, μεταλλικό, από μπισκότα.
Μύριζε, όταν το άνοιγα βανίλια και κανέλλα.
To είχα ονομάσει κουτί των θησαυρών.
Έκρυβα μέσα μικρά αντικείμενα, αναγκαστικά, και χαρτάκια που έκλειναν τις πρώιμες σκέψεις μου, και που φυσικά δεν ήθελα κανείς άλλος να δεί.
Θαμμένο κάτω από ένα πλάτανο στο χωριό του πατέρα μου, με περίμενε τα καλοκαίρια υπομονετικά να το ξεθάψω για μια ακόμη φορά.
Ψήγματα, εκεί μέσα, μιας ύπαρξης που βιαζόταν να μεγαλώσει, ψηλάφιζα την πορεία της μέσα από αντικείμενα και λόγια σαν παρατηρητής, λες και δεν ήταν η δική μου.
Πέρασαν πολλά , πάρα πολλά χρόνια και έπαψα να πηγαίνω στο χωριό.
Ξέχασα και το κουτί μου .
Μα έτυχε να πάω πρόσφατα και μοιραία βρέθηκα κάτω από εκείνον τον πλάτανο.
Θυμήθηκα το παιδικό μου παιχνίδι και χωρίς πολλές ελπίδες μετά τόσα χρόνια, έσκαψα για να το βρώ.
Δεν πίστευα στα μάτια μου, όταν το είδα να ξεπροβάλει ανάμεσα στα χώματα.
Το άνοιξα με λαχτάρα, να ξαναβρώ εκεί κάποιο ξεχασμένο κομμάτι του τότε, αλλά...
Ήταν άδειο . Σχεδόν. Μόνο ένα χαρτί.
Ένα απλό χαρτί που δεν το είχα γράψει εγώ , έγραφε ...


"Πολλές φορές η πίστη μας χωρίζει, ενώ η αμφιβολία μας ενώνει" σκέψου το...




Ακούω...
Enigma - Mea Culpa (orthodox version)


Enigma - Mea culpa (Catholic version)

Αφιερωμένο στον άγνωστο που μου άφησε το χαρτί .

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009

το μαχαίρι


Η σιωπή στο δάσος την τύλιξε.
Πηχτή.
Tα δάση δεν είναι ποτέ σιωπηλά.
Η ζωή έχει φωνές ποικίλες. Αλλά , τώρα σιωπή.
Είναι περίεργος ο ήχος της σιωπής. Αυτή η απουσία της παρουσίας.
Τρόμαξε και τύλιξε πιο σφικτά τον μανδύα γύρω της.
Προσπάθησε να γίνει ένα με τον κορμό του δένδρου. Να μην την φτάνουν οι αχτίνες του φεγγαριού. Να γίνει κι’ αυτή κούτσουρο. Ένα με το δάσος που είχε χαθεί μέσα του.
Χάϊδεψε το μαχαίρι που είχε πάντα δεμένο στον μηρό.
Αυτό τουλάχιστον ήταν φίλος που ποτέ δεν πρόδωσε.
Ένα αίσθημα ανακούφισης την πλημμύρισε γράφοντας μια σκιά χαμόγελου στα χείλη.

Cut
Τα φώτα άναψαν, οι κάμερες έσβησαν και οι θόρυβοι, οι κινήσεις, τα λόγια, με βία γέμισαν το studio.
Πως ήμουν ?
Τέλεια γλυκιά μου. Όπως πάντα τέλεια.
Χάϊδεψε το μαχαίρι απαλά χαμογελώντας.
Σήμερα, σήμερα θα σου δώσω αυτό που θέλεις.
Τη νύχτα.



Ακούω Metallica "The Unforgiven II"



Η φωτό είναι του Luis Royo

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2008

Να τα λέω σε σένα



Κοιτώ την παραμορφωμένη αντανάκλαση της ταράτσας του κτιρίου που βρίσκομαι, στα απέναντι παράθυρα. Το μυαλό παίζει με τις παραμορφώσεις αρκεί να έχει γνωρίσει για μια φορά την ισορροπημένη εικόνα. Πάει να ισορροπήσει την παραμόρφωση. Να ισιώσει τις γραμμές που βλέπει, να βάλει μια τάξη, την γνωστή του τάξη. Αυτή, που αυτό γνωρίζει. Εάν το έχει μάθει λάθος, είναι αστείο το μυαλό για έναν τρίτο που το παρακολουθεί.Δεν αναγνωρίζει την παγίδα που έχει πιαστεί.
Μπορεί αυτό που βλέπω απέναντι να καθρεφτίζεται, να είναι η πραγματική ταράτσα και εγώ να μην το γνωρίζω. Έτσι με στραβά κάγκελα, άλλα να γέρνουν αριστερά και άλλα δεξιά, να κόβονται, τα μισά πάνω και τα μισά κάτω, με την υδρορροή να παχαίνει στη μέση και να λεπταίνει στα άκρα θεόστραβη και την κεραία της τηλεόρασης να γέρνει επικίνδυνα σε τεθλασμένη γραμμή προς τον δρόμο κάτω.
Η θεώρηση της πραγματικότητας, είναι η υποκειμενική θεώρηση της πραγματικότητας που αμφισβητεί την ουσία της λέξης. Με τις αντανακλάσεις παίζει το μυαλό και τα μάτια.
Και εσύ που νομίζεις ότι με βλέπεις.
Τι νομίζεις ότι βλέπεις?


Αλλά σαν να άκουσα γλάρους πάλι σήμερα στο κέντρο της Αθήνας. Κάποτε είχα ένα λευκό γλάρο που με επισκεπτόταν που και που προσπαθώντας να μπεί από το παράθυρο. Τα παράθυρα όμως δεν επιτρέπουν στα πάντα να μπούν πιο μέσα. Tου είπε λοιπόν, ένα ηχηρό Όχι ! Αυτός δεν έφυγε. Ερχόταν συχνά. Τώρα έχω μήνες να τον δώ. Δεν ξέρω τίποτα για την ζωή των γλάρων γιατί αποφάσισα ότι δεν θέλω να μάθω. Από τότε που γνώρισα τον γλάρο Ιωνάθαν , χρόνια πολλά πίσω, δεν με ενδιαφέρουν οι άλλοι γλάροι. Αλλά έτσι είναι. Όταν σε αγγίξει κάτι που στέκεται τόσο ψηλά και με τόσο διαφορετικό τρόπο , παύεις να ενδιαφέρεσαι για τα άλλα πλάσματα του είδους του.


Να, μιλώ τώρα για γλάρους και αισθάνομαι την αλμύρα της θάλασσας γύρω μου.Πάντα ήθελα να ζω σε ένα πλοίο. Χαζεύω στις μαρίνες τα κότερα αλλά το δικό μου πλοίο το φανταζόμουν πάντα με πανιά. Ιστιοφόρο. Θα ζούσα εκεί. Κι’ όποτε ήθελα θα ανοιγόμουν στο πέλαγος. Θα άραζα στις προβλήτες των νησιών , σε λιμανάκια έρημα, σε λιμάνια κοσμοπολίτικα , σε ξερονήσια.
Δεν μπορώ πάντα τον πολύ τον κόσμο, την βουή του. Είναι φορές που σκέφτομαι ότι ίσως και να είμαι μοναχικό πλάσμα. Κανείς βέβαια δεν μπορεί να το διακρίνει αυτό σε εμένα. Είναι τόσο δυσδιάκριτο που ίσως, λέω και εγώ για τον εαυτό μου. Αλλά να, είναι φορές που λαχταρώ ένα καλύβι στο βουνό, ένα σπιτάκι σε μια έρημη παραλία, τζάκι να έχει και μόνο τα απαραίτητα. Λιτό. Υπερβολικά λιτό. Με υπερβολικά πολλά βιβλία. Τα έχω φτιάξει στη φαντασία μου και τα δύο. Και το γύρω περιβάλλον τους. Και τα θέλω δύο να είναι γιατί κάποια στιγμή θα βαρεθώ και θα θέλω αλλαγή.


Τα πλατιά χαμόγελα γίνονται ασπίδες καλογυαλισμένες. Κρύβουν από πίσω το ξίφος που θέλει να ματώσει. Κι΄ όλα αυτά αποκτούν με τον καιρό ένα βάρος που δεν το θέλω. Και η ασπίδα και το ξίφος. Όταν με κουράζουν τα αφήνω σε μια πέτρα και ξαπλώνω στην σκιά του κοντινού μου δένδρου. Δεν ξέρω πόσο μένω εκεί. Μάλλον η υγρασία με κάνει να ξανασηκωθώ και τότε πρέπει να τα ξαναπάρω στα χέρια μου και να συνεχίσω τον δρόμο.
Καμμιά ημέρα θα τα ξεχάσω. Είναι κι’ αυτός ένας τρόπος. Δεν θα τα χαρίσω όμως σε κανένα γιατί στην ουσία κανείς δεν τα χρειάζεται. Απορώ γιατί κουβαλώ αυτό το βάρος, το αχρείαστο. Συνήθεια θα είναι. Στο κάτω κάτω δεν είναι καρφωμένα πάνω μου Ίσως να είναι και από αγάπη αφού εγώ τα έφτιαξα.


Άλλα ξεκίνησα να πω σήμερα, για την Βιομετρία ήθελα να πω … τι κάθομαι και λέω τώρα? Για πλοία- σπίτια και γλάρους και μοναχικά σπιτάκια. Πως πήγα στις ασπίδες και τα ξίφη ?
Περίεργο πράγμα το μυαλό. Εάν χρησιμοποιούσαμε μεγαλύτερο ποσοστό από ότι χρησιμοποιούμε , τι θα ήμασταν άραγε? Τι σκέψεις θα κάναμε, τι λόγια θα είχαμε?
Κι΄όμως είναι μια όμορφη μη χειμωνιάτικη ημέρα σήμερα. Ίσως να φταίει ότι το «θέλω» έχει αντικατασταθεί πιά με το «πρέπει». Και αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να γιγαντώνεται και το πιο μικρό θέλω. Να γίνεται επιτακτικό και να αποζητά την άμεση εκπλήρωση.
Σαν παιδί που θέλει το γλειφιτζούρι του, τώρα !


Στον κόσμο των ανθρώπων όμως, γίνεσαι λαστιχάνθρωπος.
Το εξωτερικό περίβλημα μαθαίνει να λειτουργεί αυτόνομα. Αποκτά την δική του ζωή.
Το αστείο, για να μη πω γελοίο, είναι ότι αποκτά και ένα «εγώ». Περιφέρεται το «εγώ», θαυμάζει τις αντανακλάσεις του, κορδώνεται. Υπάρχω λέει, χαμένο μέσα στον ναρκισσισμό του. Μιλάει και δυνατά, μήπως και δεν το ακούσει κάποιος, μόνο που αυτή η φωνή ξυπνά ένα άλλο εγώ , κρυμμένο, μπορεί και δεύτερο και τρίτο. Ναι, αυτό έχει ενδιαφέρον για κάποιον που παρατηρεί στεκόμενος πιο πέρα. Το καταλαβαίνεις γιατί κάθεται πιο αναπαυτικά , παίρνει και ένα τεράστιο κουτί ποπ-κορν και ετοιμάζεται να παρακολουθήσει την παράσταση. Κωμωδία είναι , όλα αυτά τα «εγώ» να τσακώνονται για το ποιο είναι το πραγματικό «εγώ» και πως μπερδεύονται όταν πιθανόν ακούσουν ένα ψίθυρο να λέει, «εγώ» δεν υπάρχει. Ποιος ξέρει τώρα, εάν κι’ ο ψίθυρος αλήθεια λέει. Έχει χιούμορ όμως !

Αναρωτιέμαι, εάν έφτασες εδώ κάτω.
Εάν είχες την υπομονή να διαβάσεις όλο αυτό το κείμενο.
Απλώς αύριο έχω τα γενέθλιά μου.
Γιορτάζω τον ερχομό μου σε αυτή τη ζωή. Στην ουσία είμαι πολύ χαρούμενη, γιατί να, όλο και κάποιο αποτύπωμα θα αφήσω και εγώ στην άμμο των αιώνων.
Αυτοσαρκάζομαι τώρα.
Μην το παρεξηγείς.
Είναι που πάντα με κύκλωνε μια περίεργη διάθεση τις ημέρες αυτές, λίγο πριν, λίγο μετά.
Δεν είναι και λίγο να γιορτάζεις την ζωή. Και φυσικά την προσωπική.
Ναι ξέρω, δεν είχα ούτε τούρτες, ούτε πανηγύρια, μόνο μια περίεργη διάθεση να κεράσω, αλλά ίσως να την βρείς νόστιμη. Πάντως αυτό έχω.
Στην πραγματική ζωή χα χα χα χα χα θα έχω απ’ όλα. Κάτι , κάποιοι μου ετοιμάζουν, αλλά νομίζουν ότι δεν το έχω καταλάβει .
Να σου πω κάτι.
Χαίρομαι τα πάντα, και την αγάπη τους και τις εκπλήξεις τους και την τούρτα , τα κεράκια, τις ευχές, τις αγκαλιές ,όλα, και τους χορούς και τα τραγούδια, αλλά να είναι που έχω την εντύπωση ότι η ουσία είναι κάπου αλλού.
Σίγουρα κάνω λάθος. Τις έχω αυτές τις παρακρούσεις.
Αλλά , αυτή η περίεργη διάθεση, δεν μ’ αφήνει.



Αυτή :Πότε θα τις σταματήσεις αυτές τις χαζομάρες?
mrs smith : Ποιος μίλησε ?
Αυτή : Εγώ !
Η άλλη : Εδώ είμαι !
Η παράλλη: Ποιος με φώναξε ?
Και αυτή : Έρχομαι, έρχομαι, να πάρω τα ποπ-κορν…
mrs smith : Αχ! όχι πάλι…

..................................................................................

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2008

Για λίγα βιβλία



Η ημέρα ήταν ζεστή για τέτοια εποχή.
Μπήκε μέσα στο βιβλιοπωλείο. Έξω τραγουδούσαν οι κορυδαλλοί στα φυλλώματα και οι πάπιες πλατσούριζαν στη λίμνη.
Θα μπορούσαν να υπάρχουν και κορυδαλλοί και πάπιες, αλλά υπήρχαν μόνο μηχανές και αυτοκίνητα και καυσαέρια και γκρίζα κτίρια και άνθρωποι μουντοί, άγευστοι.
Ήταν φορές που φανταζόταν τους ανθρώπους ως γεύσεις. Τους κατέτασσε σε κατηγορίες, διακοσμούσε το πιάτο που αντιστοιχούσε στον καθένα… Έπαιζε.

Μπήκε μέσα στο βιβλιοπωλείο.
Τα βιβλιοπωλεία είναι μαγικά κάστρα.
Μπαίνεις με ένα θέλω και βγαίνεις με ένα άλλο.
Το αφήνεις σε ένα ράφι και κάποιος άλλος θα μπεί και θα το πάρει.
Μερικοί βγαίνουν με το δικό τους θέλω και μόνο.

Αυτοί, είναι οι προγραμματισμένοι. Έτσι τους έλεγε.
Τους άλλους ονειροπόλους.

Της άρεσε αυτή η λέξη γιατί περιείχε το όνειρο. Λεπτοφυές από την φύση του. Σκοτεινό ή φωτεινό, με μια ενέργεια υπόγεια, που μπορούσε να διεισδύσει παντού αόρατη. Σαν μια ανάσα. Κανείς δεν την βλέπει, κανείς δεν την συνειδητοποιεί αλλά η απουσία της σημαίνει θάνατο.

Οι προγραμματισμένοι έχουν όλα τα θέλω τους τακτοποιημένα σε ωραία κουτάκια, ξεσκονισμένα και γυαλισμένα. Είναι όμορφοι οι προγραμματισμένοι. Πάντα τους εκτιμούσε και τους κοιτούσε με δέος .
Οι ονειροπόλοι ζουν μέσα στην ανακατωσούρα και στην αναρχία.
Τα θέλω τους τα κάνουν σχήματα και τη μία βρίσκονται νύχτα στη κορφή ενός πανύψηλου βουνού να τεντώνονται να γυαλίσουν τα αστέρια και την άλλη δίπλα σε μια λίμνη στο λυκόφως να χορεύουν με τις ξωτικιές.
Αν περάσει άνθρωπος από εκεί, δε βλέπει τίποτα.

Μόνο μια υπέροχη ευφορία τους αγκαλιάζει ζεστά σαν την αγκαλιά της μάνας και τους κεντά χαμόγελο στα χείλη.

Οι άνθρωποι είναι περίεργα όντα. Βλέπουν μόνο ότι θέλουν να δούν. Τα υπόλοιπα είναι αόρατα στο μάτι. Εκεί είναι όμως όλα, για να βρεθούν, να ιδωθούν, να λάμψουν.

Μπήκε μέσα στο βιβλιοπωλείο. Με μερικά θέλω στην αγκαλιά της ψυχής της. Είχαν περάσει άλλοι όμως, και της τα είχαν πάρει. Ανακάλυψε άλλα στα ράφια, ονειροπόλων όπως και η ίδια, που τα είχαν αφήσει εκεί.
Μάζεψε μερικά, και αφού υπέβαλλε τα σέβη της στην πριγκίπισσα του κάστρου, γιατί κάθε καλό κάστρο έχει και μια πριγκίπισσα, ίσως και έναν δράκο, αλλά εκεί δεν βρήκε, βγήκε έξω στο φως της ημέρας.
Είχε κεντημένο ένα χαμόγελο στα χείλη και το βάρος που κρατούσε στο αριστερό της χέρι σαν πούπουλο το ένιωθε.
Βιαζόταν να ανακαλύψει τα θέλω των άλλων. ΄Ισως και να έβρισκε και τους ίδιους μια ημέρα.
Τότε θα έβαζαν κάτω τα θέλω τους, σαν κομμάτια ενός παζλ και θα έφτιαχναν την πιο όμορφη εικόνα όλου του κόσμου.

Αυτό, το... όλου του κόσμου, παιδικό της φάνηκε.
Γι’ αυτό το αγάπησε, πιο πολύ.




Ακούω Loreena McKennith στο Mystic's Dream




Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2008

Ίκαρος

Ο Ίκαρος αγνόησε τις φωνές του πατέρα του.
Γνώριζε ο Δαίδαλος. Αλλά ο Ίκαρος μέθυσε.
Τα φτερά που απλώνονταν πίσω του δεν ήταν κολλημένα με κερί.
Δεν ήταν στερεωμένα με ιμάντες στο κορμί του.
Ήταν φυτρωμένα στην πλάτη του. Και η στιγμή εκείνη, η συγκεκριμένη , ήταν όλα.
Όλα όσα είχε ζήσει και ποθήσει.
Όλα όσα θα ζούσε και θα ποθούσε.
Ήταν ολόκληρος.
Η στιγμή, η στιγμή του, απλώθηκε στο άπειρο και στάθηκε, πάγωσε.
Κάτω το γαλάζιο, απέραντο.

Πάνω το φως, τύφλωνε.
Ύψωσε όχι μόνο τη ματιά, μα τη ψυχή του ολόκληρη.
Μαγνητίστηκε από αυτό το φως.

Το πόθησε, όσο τίποτα άλλο στο κόσμο.
Ελεύθερος, εκεί ψηλά, τα φτερά πήραν άλλη κλίση, μόνα τους.
Τώρα πια είχαν ριζώσει στη ψυχή του.


"Δεν θέλω τίποτε άλλο. Δεν αξίζει τίποτε άλλο. Αυτό είναι το απόλυτο.

Δεν χρειάζομαι τίποτε λιγότερο.
Αξίζει να πεθαίνεις μια στιγμή που είσαι πλήρης.

Υπερπλήρης."

Και υψώθηκε…



Ακούω Vanessa Mae
http://www.youtube.com/watch?v=JqkFgeBFTWU