
Η ημέρα ήταν ζεστή για τέτοια εποχή.
Μπήκε μέσα στο βιβλιοπωλείο. Έξω τραγουδούσαν οι κορυδαλλοί στα φυλλώματα και οι πάπιες πλατσούριζαν στη λίμνη.
Θα μπορούσαν να υπάρχουν και κορυδαλλοί και πάπιες, αλλά υπήρχαν μόνο μηχανές και αυτοκίνητα και καυσαέρια και γκρίζα κτίρια και άνθρωποι μουντοί, άγευστοι.
Ήταν φορές που φανταζόταν τους ανθρώπους ως γεύσεις. Τους κατέτασσε σε κατηγορίες, διακοσμούσε το πιάτο που αντιστοιχούσε στον καθένα… Έπαιζε.
Μπήκε μέσα στο βιβλιοπωλείο.
Τα βιβλιοπωλεία είναι μαγικά κάστρα.
Μπαίνεις με ένα θέλω και βγαίνεις με ένα άλλο.
Το αφήνεις σε ένα ράφι και κάποιος άλλος θα μπεί και θα το πάρει.
Μερικοί βγαίνουν με το δικό τους θέλω και μόνο.
Αυτοί, είναι οι προγραμματισμένοι. Έτσι τους έλεγε.
Τους άλλους ονειροπόλους.
Της άρεσε αυτή η λέξη γιατί περιείχε το όνειρο. Λεπτοφυές από την φύση του. Σκοτεινό ή φωτεινό, με μια ενέργεια υπόγεια, που μπορούσε να διεισδύσει παντού αόρατη. Σαν μια ανάσα. Κανείς δεν την βλέπει, κανείς δεν την συνειδητοποιεί αλλά η απουσία της σημαίνει θάνατο.
Οι προγραμματισμένοι έχουν όλα τα θέλω τους τακτοποιημένα σε ωραία κουτάκια, ξεσκονισμένα και γυαλισμένα. Είναι όμορφοι οι προγραμματισμένοι. Πάντα τους εκτιμούσε και τους κοιτούσε με δέος .
Οι ονειροπόλοι ζουν μέσα στην ανακατωσούρα και στην αναρχία.
Τα θέλω τους τα κάνουν σχήματα και τη μία βρίσκονται νύχτα στη κορφή ενός πανύψηλου βουνού να τεντώνονται να γυαλίσουν τα αστέρια και την άλλη δίπλα σε μια λίμνη στο λυκόφως να χορεύουν με τις ξωτικιές.
Αν περάσει άνθρωπος από εκεί, δε βλέπει τίποτα.
Μόνο μια υπέροχη ευφορία τους αγκαλιάζει ζεστά σαν την αγκαλιά της μάνας και τους κεντά χαμόγελο στα χείλη.
Οι άνθρωποι είναι περίεργα όντα. Βλέπουν μόνο ότι θέλουν να δούν. Τα υπόλοιπα είναι αόρατα στο μάτι. Εκεί είναι όμως όλα, για να βρεθούν, να ιδωθούν, να λάμψουν.
Μπήκε μέσα στο βιβλιοπωλείο. Με μερικά θέλω στην αγκαλιά της ψυχής της. Είχαν περάσει άλλοι όμως, και της τα είχαν πάρει. Ανακάλυψε άλλα στα ράφια, ονειροπόλων όπως και η ίδια, που τα είχαν αφήσει εκεί.
Μάζεψε μερικά, και αφού υπέβαλλε τα σέβη της στην πριγκίπισσα του κάστρου, γιατί κάθε καλό κάστρο έχει και μια πριγκίπισσα, ίσως και έναν δράκο, αλλά εκεί δεν βρήκε, βγήκε έξω στο φως της ημέρας.
Είχε κεντημένο ένα χαμόγελο στα χείλη και το βάρος που κρατούσε στο αριστερό της χέρι σαν πούπουλο το ένιωθε.
Βιαζόταν να ανακαλύψει τα θέλω των άλλων. ΄Ισως και να έβρισκε και τους ίδιους μια ημέρα.
Τότε θα έβαζαν κάτω τα θέλω τους, σαν κομμάτια ενός παζλ και θα έφτιαχναν την πιο όμορφη εικόνα όλου του κόσμου.
Αυτό, το... όλου του κόσμου, παιδικό της φάνηκε.
Γι’ αυτό το αγάπησε, πιο πολύ.
Ακούω Loreena McKennith στο Mystic's Dream