Όλων τα μάτια
δεν βλέπουν με τον ίδιο τρόπο
ούτε το ίδιο πράγμα...
Morpheus: Let me tell you why you're here. You're here because you know something. What you know you can't explain, but you feel it. You've felt it your entire life, that there's something wrong with the world. You don't know what it is, but it's there, like a splinter in your mind, driving you mad.
Τα βιβλία είναι επικίνδυνα. Αλλάζουν το πεπρωμένο των ανθρώπων. Αυτό διαπιστώνει η πανεπιστημιακή κοινότητα του Κέιμπριτζ όταν η διακεκριμένη καθηγήτρια της Λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, Μπλούμα Λέννον βρίσκει άδοξο τέλος από χτύπημα διερχόμενου αυτοκίνητου την ώρα που διασχίζει μια διασταύρωση του Σόχο, βυθισμένη στην ανάγνωση ενός ποιήματος της Έμιλυ Ντίκινσον.Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο διάδοχός της στην έδρα και πρώην εραστής της παραλαμβάνει ένα δέμα για κείνην από την Ουρουγουάη, που περιέχει ένα αντίτυπο της Γραμμής σκιάς του Τζόζεφ Κόνραντ, με μια παράξενη αφιέρωση και ίχνη τσιμέντου στο εξώφυλλο. (από το οπισθόφυλλο)
Η ΓΡΑΜΜΗ ΣΚΙΑΣ
Τζόζεφ Κόνραντ
εκδ. ΙΝΔΙΚΤΟΣ
(οπισθόφυλλο)
Η βαρύσκιωτη αυτή ιστορία δεν είναι μιά ιστορία φαντασμάτων, κι ας τη στοιχειώνουν τόσα πολλά. Είναι μια ιστορία κοινών ανθρώπων, συνηθισμένων, μικρών, που αποδεικνύονται μεγάλοι την ώρα της κρίσης. Υπάρχει ένα ανάλαφρο παιχνίδι που διασχίζει τούτο τον ζόφο, δοσμένο με άπειρη χάρη, το παιχνίδι ανάμεσα στο οικείο και το αλλότριο, ανάμεσα στο πεζό και στο θαυμαστό, στο ανεξήγητο και στη λογική του εξήγηση, στη βούληση και στη μοίρα.
Ο Κόνραντ , στη γραμμή σκιάς λέει ότι : «Ο κόσμος των ζώντων, όπως είναι, περιέχει ήδη αρκετά θαύματα και μυστήρια· θαύματα και μυστήρια που ενεργούν πάνω στα αισθήματα και τη διάνοιά μας με τρόπους τόσο ανεξήγητους, που θα είχαμε κάθε λόγο να θεωρούμε τη ζωή μια μαγική κατάσταση».
Και ο Ντομίνγκες συμπληρώνει «Η βιβλιοθήκη είναι μια πύλη στο χρόνο», λέει, επαναλαμβάνοντας τη ρήση του Μπόρχες, τονίζοντας ότι «βιβλίο που δεν βρίσκεται είναι βιβλίο που δεν υπάρχει», τοποθετώντας κάθε βιβλίο στη θέση που του αρμόζει, αποφεύγοντας να βάλει δίπλα δίπλα δύο μαλωμένους συγγραφείς.
Άραγε τα βιβλία έχουν τη δική τους μοίρα ; Τα επιλέγουμε ως αναγνώστες ή μας επιλέγουν ; Εμπλέκεται η δική τους μοίρα με τη δική μας ; Ki’ αν θεωρήσουμε ότι κάθε βιβλίο είναι ζωντανός οργανισμός, πόσο βάσιμη τελικά μπορεί να γίνει η πεποίθηση πως δημιουργώντας μια βιβλιοθήκη δημιουργούμε και μια ζωή.
Μονομανία, εμμονή ; Αυτό το μικρό « κάτι » που πολλοί έχουμε , κρατώντας το κρυμμένο και ανομολόγητο.
Το άρωμα του « φρέσκου » βιβλίου, που κανενός χέρι δεν έχει γυρίσει ακόμη τις σελίδες του.
Το χάϊδεμα του εξώφυλλου, απαλό, μετάξινο γεμάτο προσμονή.
Ένα πρώτο ξεφύλλισμα , αργό.
Και μετά , σαν βουτιά σε βάθη απύθμενα, η σταδιακή ένωση των δύο εγκεφάλων, των δύο ψυχολογιών – του αναγνώστη και του συγγραφέα – η ανταλλαγή, η εισχώρηση.
«Γαμάω το κάθε βιβλίο κι’ αν δεν αφήσω σημάδι δεν υπάρχει οργασμός» λέει ο Ντομίνγκες και εγώ, τελειώνοντας την υπογράμμιση της φράσης, χαμογελώ , ξεφυλλίζοντας ότι έχω ήδη διαβάσει, υπογραμμισμένο, με τσεκαρισμένες σελίδες, με σημειώσεις δίπλα, με ίχνη φθοράς από τα δικά μου χέρια.
Βέβαια ο Ντομίνγκες προειδοποιεί «πως μπορεί μεν τα βιβλία να αλλάζουν το πεπρωμένο των ανθρώπων, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το κάνουν, όπως αποδεικνύεται σε αυτήν τη φανταστική αλληγορία, δεν είναι πάντα ο αναμενόμενος».