
Έξω από την πόρτα του κτιρίου, κρυφογελά η Άνοιξη.
Αυτή η πόρτα είναι μια πύλη σε κόσμους χρωμάτων. Μπαίνεις και κολυμπάς σε όλους του τόνους του γκρί, στο χρώμα της σκουριάς, στο βρωμισμένο βιολετί, και στο μπέζ, αυτό που και εκρού το λέμε αλλά είναι κι’ αυτό γκρί, μια που πέρασε ο χρόνος και κόλλησε πάνω του.
Βγαίνεις και μια ηλιαχτίδα μπλέκεται με τα μαλλιά σου, τα χαϊδεύει απαλά και γλιστρά στα μάτια. Γκρί είναι σήμερα αλλά αυτό το φωτεινό το ασημόγκριζο που κρύβει χίλια αστέρια. Όπως η μπλούζα σου. Ασημίζει. Απόκριες είπες. Ποιος θα δώσει σημασία σε μια σκούρα ασημί μπλούζα πρωϊνιάτικα.
Έβαλες και ένα ρολόϊ με αλυσίδα στο λαιμό, να κοροϊδέψεις τον χρόνο.
Σαν ονειροπαγίδα φαίνεται. Μόνο που αυτή δεν παγιδεύει τους εφιάλτες αλλά τα άλλα, εκείνα τα όμορφα τα φωτεινά και έτσι όπως ταλαντεύεται ανάμεσα στα στήθη, ακουμπά και εκείνο το μέρος της καρδιάς, κι’ αφήνει κι’ από ένα, όνειρο, φωτεινό.
Το θέλεις αυτό. Ξύπνησες με την ανάμνηση του πρωϊνού εφιάλτη. Δεν μπορείς να τον αποδικωποιήσεις. Κοιτάχτηκες στον καθρέφτη και είπες «ευτυχώς ήταν όνειρο».
Την Άνοιξη την βλέπεις πρώτα στα παιδιά. Είναι τα μόνα που χαμογελούν στους δρόμους. Τα μάτια τους ολάνοιχτα στο θαύμα του φωτός. Είναι τα μόνα που έχουν λουλούδια στα ρούχα, στα μαλλιά, στη καρδιά.
Όλοι θα έπρεπε να κρατάμε μια αγκαλιά λουλούδια, εκεί , στην αριστερή την αγκαλιά, κοντά στην καρδιά μας. Ευωδιαστά. Να μας παρασύρουν.
Θα αγοράσεις φρέζες, σε όλα τα χρώματα, αυτά τα άνθη που τόσο αγαπάς. Σε έχω δεί, να σκύβεις το κεφάλι ανάμεσά τους , να παίρνεις όλο το άρωμα και μετά τα μάτια σου να λάμπουν ευτυχισμένα. Να πόσο κοστίζει η ευτυχία, όσο ένα μάτσο φρέζες από την πλανόδια λουλουδού. Αν ήξερε ότι πουλά ευτυχία, θα στα πουλούσε πιο ακριβά.
Μα όχι, δεν θα της το πώ.
Στο Everest ακούνε kiss.fm Τραγουδάκια όμορφα, χαρούμενα. Απομονώνεσαι από το θόρυβο του κόσμου, από τα κορναρίσματα και τις φωνές. Παίρνεις εικόνες από τον δρόμο, εκφράσεις, κινήσεις κορμιών, τις ντύνεις με την μουσική που ακούς, και χαμογελάς. Είναι το προσωπικό σου videoclip.
Πιάνεις τον ρυθμό πάνω στον κόκκινο πάγκο, με το δίευρο. Δεν παίρνεις ποτέ ρέστα για τον καφέ σου. Παίρνεις όμως πάντα ζεστά χαμόγελα και καλημέρες. Αυτά θέλεις. Τι να τα κάνεις τα 30 λεπτά;
Χαμογελάς. Ένα τσουλούφι έχει πέσει στο πρόσωπό σου. Αλλά τα αφήνεις εκεί. Σηκώνεις το κεφάλι και κοιτάς ψηλά. Φαντάζεσαι τα κτίρια γύρω , όλο χρώμα, όλο ζωγραφιές, όλο φύση. Έστω κι’ έτσι.
Φαντάζεσαι ζευγάρια να φιλιούνται και χαμόγελα να ανθίζουν στα πρόσωπα. Φαντάζεσαι ότι τα ρούχα τους είναι όλο χρώμα, πράσινα, κόκκινα, πορτοκαλιά και ότι η πλατεία της Ομόνοιας είναι ακόμη στρογγυλή. Μέχρι που ακούς το συντριβάνι να συνεχίζει τον τραγουδιστό μονόλογό του.
Έχεις στο γραφείο σου μια γκραβούρα της Ομόνοιας από τις αρχές του 20ου αιώνα. Άμαξες είχαμε τότε και άλογα και καθαρό αέρα. Τώρα έμειναν μόνο τα περιστέρια.
Τα καλοκαίρια τα βλέπεις σαν γλάρους. Είναι και ένας λευκός. Ιωνάθαν τον λες από το βιβλίο του Μπαχ. Εφηβική παρακαταθήκη. ΄Ομορφη. Όχι ότι έχεις λύσει και πολλά από τότε. Αλλά τέτοια ημέρα αυτά χάνουν τη σημασία τους.
Μη μπαίνεις πάλι εκεί μέσα, στο γκρί.
Πήγαινε μια βόλτα στην Ακρόπολη.
Σε πονά που την βλέπεις έτσι. Σαν ξεδοντιάρα είναι. Αμφιβάλεις ότι θα την ξαναδείς ποτέ ολόκληρη. Πήγαινε όμως, να περπατήσεις εκεί ανάμεσα στις αρχαίες μνήμες, να χαϊδέψεις τα μάρμαρα. Σου αρέσει να χαϊδεύεις το άψυχο. Ναι μου το έχεις πεί, δεν το πιστεύεις αυτό. Όλα έχουν ψυχή για εσένα. Ενέργεια την λές. Σου αρέσει να χαϊδεύεις το παλιό, το παιδεμένο, λές και σου μιλάει.
Όλα είναι εδώ μου λές. Χρόνος δεν υπάρχει. «Να, εκεί είμαι παιδί και παρακολουθώ τα μυρμήγκια και τον μόχθο τους, και εκεί, είμαι γριά και κοιτώ τα σύννεφα».
Μη μπαίνεις σου λέω. Αυτή η ηλιαχτίδα που γλύστρισε πάνω σου, σε κάνει τόσο όμορφη...
Ο πίνακας είναι του Ιακωβίδη